αγκύλη

[ангили] ουσ. θ. (γραμ.) скобка

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "αγκύλη" в других словарях:

  • ἀγκύλη — bend of the arm fem nom/voc sg (attic epic ionic) ἀγκύλος crooked fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀγκύλῃ — ἀγκύλη bend of the arm fem dat sg (attic epic ionic) ἀγκύλος crooked fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αγκύλη — Δήμος της Αιγηίδας φυλής στην αρχαία Αθήνα. Με το ίδιο όνομα υπήρχε και προάστιο της πόλης. * * * η (Α ἀγκύλη) [ἀγκύλος] νεοελλ. συνήθως στον πληθ. οι αγκύλες 1. τα τυπογραφικά σημεία [], μέσα στα οποία τίθεται παρενθετικά τμήμα τού λόγου 2.… …   Dictionary of Greek

  • αγκύλη — η 1. η κλείδωση του μπράτσου ή του γονάτου. 2. στον πληθ., οι αγκύλες, σημεία στίξης ισοδύναμα περίπου με την παρένθεση …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀγκύληι — ἀγκύλῃ , ἀγκύλη bend of the arm fem dat sg (attic epic ionic) ἀγκύλῃ , ἀγκύλος crooked fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀγκύλαι — ἀγκύλη bend of the arm fem nom/voc pl ἀγκύλᾱͅ , ἀγκύλη bend of the arm fem dat sg (doric aeolic) ἀγκύλος crooked fem nom/voc pl ἀγκύλᾱͅ , ἀγκύλος crooked fem dat sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀγκυλῶν — ἀγκύλη bend of the arm fem gen pl ἀγκυλόω crook pres part act masc voc sg (doric aeolic) ἀγκυλόω crook pres part act neut nom/voc/acc sg (doric aeolic) ἀγκυλόω crook pres part act masc nom sg ἀγκυλόω crook pres inf act (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀγκύλαις — ἀγκύλη bend of the arm fem dat pl ἀγκύλος crooked fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀγκύλαισιν — ἀγκύλη bend of the arm fem dat pl (epic ionic aeolic) ἀγκύλος crooked fem dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀγκύλην — ἀγκύλη bend of the arm fem acc sg (attic epic ionic) ἀγκύλος crooked fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.